Οι ερωτήσεις που μας απευθύνουν τα παιδιά δεν είναι ποτέ απλές. Ακόμη κι όταν φαίνονται καθημερινές ή αυθόρμητες, ανοίγουν πεδία σκέψης, αμφιβολίας και νοήματος, τόσο για τα ίδια όσο και για εμάς τους ενήλικες.
Δεν είναι «τεστ» όπου πρέπει να δώσουμε τη «σωστή» απάντηση, αλλά προσκλήσεις για διάλογο και κοινή αναζήτηση.
Μια παιδική ερώτηση δεν είναι απλώς ένα αίτημα για πληροφορία. Είναι:
- Ένα σήμα για το πώς το παιδί βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του.
- Ένας τρόπος να δείξει πώς σχετίζεται με τον ενήλικα που εμπιστεύεται.
- Μια προσπάθεια να καταλάβει και να δώσει νόημα σε κάτι άγνωστο ή αβέβαιο.
Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί ρωτά: «Γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι κακοί;», δεν κάνει απλώς μια ερώτηση ηθικής, αλλά προσπαθεί να καταλάβει τους κανόνες του κόσμου όπου μεγαλώνει.
Τι χρειάζεται να κάνει ο ενήλικας μπροστά σε μια τέτοια ερώτηση;
- Να μην βιαστεί να δώσει μια τελική απάντηση που θα «κλείσει» το θέμα.
- Να θυμάται ότι κάθε απάντηση χτίζει τον τρόπο που το παιδί βλέπει τον κόσμο και τις σχέσεις.
- Να αφήσει χώρο στο παιδί να συμμετέχει στη σκέψη, αντί να του δώσει μια έτοιμη αλήθεια.
Δεν υπάρχει μία και μοναδική αλήθεια. Τα νοήματα χτίζονται μέσα στις σχέσεις τις οποίες διαμορφώνουμε.
Έτσι, μπορούμε να πούμε στο παιδί:
- «Αυτή είναι η δική μου σκέψη αυτή τη στιγμή. Ίσως στο μέλλον να τη δω αλλιώς.»
- «Κάποιοι άνθρωποι το σκέφτονται έτσι, άλλοι διαφορετικά. Εσύ τι λες;»
- «Είναι μια ερώτηση που απασχολεί πολλούς, και δεν έχουν όλοι την ίδια απάντηση.»
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί μαθαίνει να αντέχει την αβεβαιότητα, να καταλαβαίνει ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα απλά, και να μοιράζεται τις σκέψεις του με τους άλλους.
Πολλές φορές, η πιο ειλικρινής και ωφέλιμη απάντηση είναι το απλό «δεν ξέρω».
Όχι ως υπεκφυγή, αλλά ως αναγνώριση των ορίων μας και της πολυπλοκότητας της ζωής.
Έτσι, το παιδί βλέπει ότι η άγνοια δεν είναι αδυναμία αλλά η αρχή για να ψάξει, να συζητήσει, να μάθει.
Τελικά, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία δεν είναι η «σωστή» απάντηση. Είναι η παρουσία.
Το παιδί χρειάζεται δίπλα του έναν ενήλικα που δεν φοβάται να μείνει μαζί του μέσα στην απορία.
Που δεν πανικοβάλλεται όταν δεν ξέρει, αλλά μένει εκεί ,δίπλα του.
Η δύσκολη ερώτηση δεν είναι κάτι που πρέπει «να λυθεί», αλλά μια ευκαιρία να σταθούμε μαζί απέναντι στο άγνωστο.
Ας θυμόμαστε:
Δεν είναι κακό να μην έχουμε όλες τις απαντήσεις.
Κακό είναι να σταματήσουμε να ρωτάμε.
Κακό είναι να κάνουμε τα παιδιά να νιώσουν πως οι ερωτήσεις τους είναι ενοχλητικές ή επικίνδυνες.
Κάθε δύσκολη ερώτηση είναι μια γέφυρα επικοινωνίας.
Και κάθε φορά που τη διασχίζουμε μαζί, το παιδί μαθαίνει κάτι πολύτιμο:
Μαθαίνει ότι αξίζει να ρωτά.