Η ενοχή μοιάζει να συνοδεύει τη μητρότητα σχεδόν από τις πρώτες μέρες μετά τη γέννηση ενός παιδιού. Εμφανίζεται όταν κουραζόμαστε, όταν θυμώνουμε, όταν θέλουμε λίγο χρόνο για τον εαυτό μας, όταν εργαζόμαστε πολύ ή όταν νιώθουμε ότι δεν κάνουμε αρκετά. Και το παράδοξο είναι ότι ακόμη και στις πιο όμορφες στιγμές με το παιδί μας μπορεί να ακουστεί εκείνη η εσωτερική φωνή που ψιθυρίζει: «Μήπως θα μπορούσα να το είχα κάνει καλύτερα;»
Η μητρότητα και οι προσδοκίες
Από πολύ νωρίς, οι γυναίκες μεγαλώνουν με την εικόνα της «καλής μητέρας»: πάντα διαθέσιμης, υπομονετικής, προστατευτικής και έτοιμης να βάζει τις ανάγκες όλων πάνω από τις δικές της. Όταν όμως η πραγματικότητα απέχει από αυτό το ιδανικό, η ενοχή κάνει εύκολα την εμφάνισή της.
Συχνά ενισχύεται από:
- τις συγκρίσεις με άλλες μητέρες,
- τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την εικόνα της «τέλειας οικογένειας»,
- τα σχόλια του περιβάλλοντος,
- την πίεση να τα προλαβαίνουμε όλα,
- αλλά και τις δικές μας υψηλές απαιτήσεις.
Στην πραγματικότητα, όμως, η μητέρα είναι πρώτα άνθρωπος. Έχει όρια, ανάγκες, στιγμές εξάντλησης και δύσκολες ημέρες. Μια στιγμή θυμού δεν ακυρώνει τη σχέση με το παιδί. Μια δύσκολη ημέρα δεν μειώνει την αγάπη. Ένα όριο δεν σημαίνει απόρριψη. Η «καλή μητέρα» δεν είναι εκείνη που δεν δυσκολεύεται ποτέ, αλλά εκείνη που παραμένει αρκετά συναισθηματικά διαθέσιμη, ακόμη κι αν δεν είναι τέλεια.
Πώς μπορούμε να απαλύνουμε την ενοχή
- Να μιλάμε με περισσότερη καλοσύνη στον εαυτό μας. Η αυτοσυμπόνια σημαίνει να αναγνωρίζουμε ότι κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε μέσα στις συνθήκες που έχουμε.
- Να ξεχωρίζουμε την ευθύνη από την υπερβολική ευθύνη. Η μητέρα δεν ευθύνεται για κάθε δυσκολία, κάθε ξέσπασμα ή κάθε απογοήτευση του παιδιού της.
- Να ζητάμε βοήθεια χωρίς ενοχές. Η ανατροφή ενός παιδιού δεν προοριζόταν ποτέ να γίνεται από έναν μόνο άνθρωπο. Η υποστήριξη δεν είναι αδυναμία είναι ανάγκη.
- Να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να είναι άνθρωπος. Μια μητέρα έχει δικαίωμα να κουράζεται, να θυμώνει, να κάνει λάθη και να έχει ανάγκες πέρα από τον μητρικό της ρόλο. Και τίποτα από αυτά δεν μειώνει την αγάπη της για το παιδί της.
Η «αρκετά καλή» μητέρα είναι αρκετή
Η ψυχαναλυτική προσέγγιση μιλά για τη “good enough mother”-‘‘επαρκώς καλή μητέρα’’ τη μητέρα που δεν είναι τέλεια, αλλά αρκετά διαθέσιμη ώστε το παιδί να νιώθει ασφάλεια και σύνδεση. Μέσα από αυτό, το παιδί μαθαίνει κάτι πολύ σημαντικό: ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να είναι τέλειοι για να αξίζουν αγάπη.
Ίσως λοιπόν ο στόχος να μην είναι να εξαφανίσουμε κάθε αμφιβολία ή κάθε ενοχή.
Ίσως ο στόχος είναι να μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι στον εαυτό μας με περισσότερη κατανόηση και λιγότερη σκληρότητα.